ανάμιξη


ανάμιξη
η (Α ἀνάμιξις) [ἀναμείγνυμι]
1. μίξη, συγχώνευση, ανακάτεμα
2. (για πρόσωπα) επιμιξία, συγχρωτισμός
3. σαρκική μίξη, συνουσία
νεοελλ.
1. συμμετοχή
2. παρέμβαση, επέμβαση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανάμιξη — [анамикси] ουσ. Θ. смешивание, перемешивание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀναμίξῃ — ἀναμίξηι , ἀνάμιξις mingling fem dat sg (epic) ἀναμί̱ξῃ , ἀναμίγνυμι mix up aor subj mid 2nd sg ἀναμί̱ξῃ , ἀναμίγνυμι mix up aor subj act 3rd sg ἀναμί̱ξῃ , ἀναμίγνυμι mix up fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρασί — Ποτό που παράγεται από την ολική ή μερική αλκοολική ζύμωση του μούστου (γλεύκους) των νωπών σταφυλιών. Από χημική άποψη, το κ. είναι ένα μείγμα από 85 90% νερό, 5 14% αιθυλική αλκοόλη (οινόπνευμα) και από άλλες ουσίες, που προσδίδουν τα… …   Dictionary of Greek

  • πανσπερμία — η, ΝΜΑ ανάμιξη κάθε είδους σπερμάτων, ανάμιξη σπόρων νεοελλ. 1. ανάμιξη κάθε είδους φυλών και εθνοτήτων 2. πλήθος ανθρώπων διαφόρων εθνοτήτων και φυλών 3. φρ. «θεωρία τής πανσπερμίας» βιολ. μια από τις θεωρίες για την προέλευση τής ζωής στη Γη, η …   Dictionary of Greek

  • σύμμιξη — και σύμμειξη, η / σύμμιξις και σύμμειξις, (ε)ίξεως, ΝΜΑ [συμμ(ε)ιγνύω] ανάμιξη, μίξη, ανακάτωμα νεοελλ. 1. συνένωση 2. (νομ.) ανάμιξη κινητών πραγμάτων κατά τρόπο που καθιστά ασύμφορο ή αδύνατο τον χωρισμό τους αρχ. 1. συνάφεια, σχέση («ἀνδρὶ δὲ… …   Dictionary of Greek

  • αναμειγνύω — και ἀναμιγνύω [Α ἀναμειγνύω και ἀναμείγνυμι και ποιητ. ἀμμείγνυμι, μτγν. ἀναμίγνυμι και ἀναμιγνύω] κάνω ανάμιξη, ανακατεύω, ανακατώνω, συγχωνεύω νεοελλ. 1. μπλέκω κάποιον σε κάποια υπόθεση, τόν μπερδεύω 2. α) μέσ. υπεισέρχομαι σε κάποια υπόθεση,… …   Dictionary of Greek

  • επίκρασις — ἐπίκρασις, ἡ (Α) [κράσις] 1. (για ποτά, χυμούς κ.λπ.) ανάμιξη, συγκερασμός 2. μετρίαση που γίνεται με ανάμιξη …   Dictionary of Greek

  • παρέμβαση — η 1. επέμβαση, μεσολάβηση 2. ανάμιξη τρίτου σε ενέργεια, διαδικασία ή ασχολία που δεν τόν αφορά άμεσα 3. (νομ.) προσέλευση και ανάμιξη τρίτου σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, με την αξίωση ότι έχει έννομο συμφέρον και ότι πρέπει να ληφθεί αυτό… …   Dictionary of Greek

  • πρόσμιξη — και πρόσμειξη, η / πρόσμιξις και πρόσμειξις (ε)ίξεως, ΝΜΑ [προσμ(ε)ίγνυμι] ανάμιξη νεοελλ. 1. χημ. α) η ανάμιξη μιας ουσίας μέσα σε μια άλλη β) ουσία που είναι ξένη προς την κύρια χημική σύσταση ενός μη καθαρού, χημικώς, σώματος, ουσία η οποία,… …   Dictionary of Greek

  • συγκραματικός — ή, όν, Α [σύγκραμα, ατος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη σύγκραση, στην ανάμιξη 2. αυτός που είναι κατάλληλος ή χρήσιμος για ανάμιξη …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.